Βάση Ασκήσεων

Eνα Bλεμμα
Η παρ’ ημίν Shqiperi
Tου Nικου Γ. Ξυδακη

Η πρώτη παρέλαση της σχολικής χρονιάς θα προβληματίσει όχι μόνο γονείς και κηδεμόνες, αλλά όλους όσοι αντιλαμβάνονται ότι η κοινωνία γύρω μας μετασχηματίζεται γοργά και ανεπίστρεπτα. Τα πρώτα μηνύματα φθάνουν ήδη από τη συμβολική Νέα Μηχανιώνα Θεσσαλονίκης, εκεί όπου προ τριετίας ο πρωτεύσας της Τρίτης Γυμνασίου Οδυσσέας Τσενάι, αλβανικής καταγωγής, παρέδωσε τη σημαία στον γυμνασιάρχη και δεν παρέλασε ως σημαιοφόρος, ενώπιον της διχασμένης τοπικής κοινωνίας.

Ο Οδυσσέας έβγαλε φέτος 19 και 7... Και του πέφτει πάλι ο βαρύς κλήρος να σηκώσει τη σημαία του Λυκείου του. Και πάλι, η τοπική κοινωνία είναι διχασμένη. Ο σύλλογος γονέων και κηδεμόνων ψήφισε ήδη εναντίον του μη ακραιφνούς Ελληνα σημαιοφόρου και απειλεί να μαζέψει τα παιδιά από την παρέλαση... Κι ενώ υπάρχει πλέον ειδικός νόμος που προβλέπει αλλοδαποί αριστούχοι να σηκώνουν την ελληνική σημαία στο σχολείο τους, εγώ προβλέπω ότι και πάλι ο Οδυσσέας θα προφασιστεί ασθένεια, θα παραδώσει τη σημαία στον λυκειάρχη και δεν θα παρελάσει...

Με σχεδόν ενάμισι εκατομμύριο αλλοδαπούς στην Ελλάδα των 10 εκατομμυρίων, κάθε συζήτηση περί ξενοφοβίας και ρατσισμού ηχεί επικίνδυνη. Γι’ αυτό και απωθείται ουσιαστικά, παραπέμπεται γι’ άλλους καιρούς, και καλύπτεται είτε με ιδεοληπτικές κορόνες είτε με απειλητικά μουρμουρητά σε λεωφορεία και σούπερ μάρκετ.

Ο Οδυσσέας δείχνει μια κορυφή: τη συνύπαρξη στον κατ’ εξοχήν δημόσιο μα και τόσο ανταγωνιστικό και συμβολικό χώρο, το σχολείο. Εκεί πλάθονται ψυχές και συνειδήσεις, εκεί βγαίνουν τα στερεότυπα και οι φοβίες των γονιών, εκεί παίζεται πρωτογενώς, θεμελιωδώς, το δύσκολο παιχνίδι της δημοκρατίας.

Ας μην κρυβόμαστε. Στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου ολόκληρες συνοικίες ξενοκρατούνται, οι Ελληνες μικρομεσαίοι κάνουν έρευνα στα σχολεία της γειτονιάς και βρίσκουν ότι το 20 ή το 30 ή και το 40% των παιδιών είναι «ξένα», «Aλβανάκια». Οι αγωνιώντες ελληνογονείς δεν κάθονται να λογαριάσουν ότι τα «αλβανάκια» δεν μιλούν καν αλβανικά, κι ότι μέσα από το ελληνικό σχολείο θα βγουν «σαν Eλληνες». Δικαίως ή αδίκως, οι υπογεννητικοί Ελληνες άγχονται, ανησυχούν για την παιδεία των μονάκριβών τους, δυσπιστούν για την ποιότητα του δημόσιου σχολείου και τις εξαγγελλόμενες μέριμνες του υπουργείου Παιδείας, και απορρίπτουν το Δημοτικό της γειτονιάς.

Τι κάνουν; Η μόνη εναλλακτική λύση είναι το ιδιωτικό σχολείο. Με στερήσεις, με παρακάλια, με μέσον(!), ο Eλληνας μικροαστός προωθεί το παιδί του στο ιδιωτικό, όπου χρυσοπληρώνει για να το στριμώξει σε τάξεις των 35 και 36 ατόμων... Το γιγάντωμα των ιδιωτικών στη δεκαετία του ’90 οφείλεται εν πολλοίς και σε αυτόν τον δημογραφικό-κοινωνικό μετασχηματισμό και στις συνακόλουθες άμυνες (περιχαράκωση; ξενηλασία; αυτοπροστασία;) που ξύπνησαν στα μεσαία στρώματα. Αλλοι λόγοι μπορεί να εντοπιστούν στο νέο χρήμα, στην αναζήτηση κοινωνικής ανόδου μέσω της ένταξης στα «ευγενή» σχολεία και, βέβαια, στη σταδιακή απαξίωση του δημόσιου σχολείου με τις αλλοπρόσαλλες μεταρρυθμίσεις και την καταθλιπτική πολιτική του ήσσονος πολιτικού κόστους.

Ωραία, οι ανήσυχοι μικροαστοί των μεγαλουπόλεων έχουν κάποιες λύσεις για να ανακουφίσουν τους υπαρκτούς τους φόβους. Τι κάνει όμως ο ομόλογος Ελληνας της επαρχίας; Η Νέα Μηχανιώνα δείχνει τι συμβαίνει εκεί... Από τη μια, η πολιτικώς ορθή ρητορεία, περί συμβίωσης, συνύπαρξης, διαπίδυσης κ.λπ. Από την άλλη, η ανατριχίλα όταν ο μη ακραιφνής, ο Aλλος –ακόμη χειρότερα: ο Αλβανός– πρωτεύσει και πρέπει να πιάσει στα χέρια του τη σημαία... Ανάμεσα στα δύο: ο πραγματισμός, η ανάγκη να δούμε ό,τι συμβαίνει γύρω μας.

Στο δημόσιο σχολείο εμφανίζονται πρώτα αυτά που πολύ, μα πάρα πολύ, σύντομα θα συμβαίνουν σε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία. Τα Aλβανάκια που μετέχουν της ελληνικής παιδείας αύριο κιόλας θα είναι Ελληνες πολίτες, Αρβανίτες. Το ίδιο και όποιο βουλγαράκι, ρουμανάκι ή πολωνάκι φοιτήσει εννιά ή δώδεκα χρόνια στο ελληνικό σχολείο. Αυτοί οι άνθρωποι, μαζί με τους γονείς τους, δουλεύουν, κολλάνε ένσημα, αγοράζουν σπίτια, σηκώνουν ευρώ από τα αλαβανόφωνα ΑΤΜ της Εθνικής Τράπεζας. Εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους, διεκδικούν δικαιώματα. Διεκδικούν το δικαίωμα να είναι αριστούχοι, να ανταγωνίζονται στα σχολεία τα παραχαϊδεμένα, κακομαθημένα Ελληνόπουλα. Αυτά, αυτοί, διψάνε, λυσσάνε για ένταξη και άνοδο. Ποιος θα τους τα αρνηθεί;

Εν τω μεταξύ ο ελληνοπαίδευτος Οδυσσέας ποντάρει στο χρόνο, με όλον τον πλούτο της νιότης του.