Βάση Ασκήσεων

"Η γνώση είναι κοινό αγαθό και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν ιδιωτική περιουσία ". ΟΑντρέ Γκόρζ μιλάει για το τελευταίο του βιβλίο.

Από το Θανάση Γιαλκέτση

Πρόσφατα ο Αντρέ Γκορζ δημοσίευσε στη Γαλλία το νέο του βιβλίο με τίτλο: «L' immateriel. Connaissance, valeur et capital» (Galilee, 2003). Ο ογδοντάχρονος φιλόσοφος μίλησε με αυτήν την αφορμή στην εφημερίδα «Il Manifesto».

- Στο νέο σας βιβλίο αμφισβητήσατε την ύπαρξη μιας καταπληκτικής κοινωνίας της γνώσης. Κατά τη γνώμη σας, η οικονομία της γνώσης και ο καπιταλισμός είναι πράγματα ασυμβίβαστα. Για ποιο λόγο;

«Επειδή στη λεγόμενη οικονομία της γνώσης οι παραδοσιακές οικονομικές παράμετροι δεν ισχύουν πλέον. Η κύρια παραγωγική δύναμη, η γνώση, δεν μπορεί να μετρηθεί με ποσοτικά κριτήρια. Η εργασιακή απόδοση που βασίζεται στη γνώση δεν μπορεί πλέον να μετριέται με ώρες εργασίας. Και παρ' όλα τα πιθανά τεχνάσματα, ο μετασχηματισμός της γνώσης σε κεφάλαιο -σε χρηματικό κεφάλαιο- συναντάει αξεπέραστα εμπόδια. Με δυο λόγια, οι τρεις θεμελιώδεις έννοιες της πολιτικής οικονομίας, η εργασία, η αξία και το κεφάλαιο, δεν μπορούν πλέον να ορίζονται με αριθμητικούς όρους ούτε και να μετριούνται με ενιαίες παραμέτρους. Επιπλέον, ακριβώς επειδή δεν μπορούν να μετρηθούν, καθιστούν όλο και πιο δύσκολη την εφαρμογή εννοιών όπως η υπεραξία, η υπερεργασία, η αξία ανταλλαγής, το ακαθάριστο κοινωνικό προϊόν. Οταν οι ειδικοί της μακροοικονομίας προσπαθούν να ποσοτικοποιήσουν με τα παραδοσιακά εργαλεία τα οικονομικά αποτελέσματα και τις τάσεις ανάπτυξης, στην πραγματικότητα προχωρούν στα τυφλά μέσα στο σκοτάδι.

Η οικονομία της γνώσης εκφράζει εκ των πραγμάτων μια βαθιά κρίση του καπιταλισμού και προεικονίζει μιαν άλλη οικονομία, μια νέα οικονομία που πρέπει να θεμελιώσουμε. Γύρω από αυτό το ζήτημα στρέφεται η συζήτηση που διεξάγεται σε παγκόσμιο επίπεδο για το τι είναι στην πραγματικότητα ο πλούτος και σε ποια κριτήρια πρέπει να αντιστοιχεί. Η οικονομία χρειάζεται όλο και περισσότερο ποιοτικές μάλλον παρά ποσοτικές παραμέτρους».

- Ο αμερικανός μελετητής Τζέρεμι Ρίφκιν, στο βιβλίο του «Η εποχή της πρόσβασης», υποστήριξε ότι το άυλο κεφάλαιο της γνώσης παίζει ένα κεντρικό ρόλο στη δημιουργία αξίας και αντιπροσωπεύει την πιο σημαντική συνιστώσα του επιχειρηματικού κεφαλαίου.

«Πράγματι, έτσι είναι. Αλλά η λέξη "γνώση" χρησιμοποιείται για να ορίσει πράγματα πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, για τα οποία δεν διαθέτουμε μιαν ενιαία παράμετρο. Ας δούμε πρώτα απ' όλα τις καλλιτεχνικές ικανότητες, τη φαντασία και τη δημιουργικότητα, που βρίσκουν μεγάλη ζήτηση στη διαφήμιση, στο μάρκετινγκ, στο σχεδιασμό των προϊόντων, στην ανανέωση, δεδομένου ότι κατορθώνουν να προσδώσουν στα εμπορεύματα -ακόμη και στα πιο συνηθισμένα- μια ιδιαίτερη καλλιτεχνική και συμβολική αξία. Η διαφήμιση και το μάρκετινγκ αποτελούν μία από τις μεγαλύτερες ή μάλλον τη μεγαλύτερη βιομηχανία της γνώσης. Στο βαθμό που αποδίδουν στα εμπορεύματα μοναδικές και ασύγκριτες ιδιότητες, οι επιχειρήσεις μπορούν να πουλούν τα προϊόντα τους, τουλάχιστον για κάποιο διάστημα, με αυξημένες τιμές. Κατέχουν ένα είδος μονοπωλίου και εξασφαλίζουν έτσι μια μονοπωλιακή πρόσοδο, υπερφαλαγγίζοντας το νόμο της αξίας. Με άλλα λόγια, φρενάρουν την πτώση της αξίας ανταλλαγής των εμπορευμάτων, ακόμη κια αν αυτά παράγονται με όλο και μικρότερο κόστος με όρους χρόνου εργασίας και προσωπικού».

- Σε αυτή τη διαδικασία ποια είναι η σχέση ανάμεσα σε ειδίκευση και γνώση;

«Οι γνώσεις, με την έννοια των ειδικεύσεων και των επιστημονικών και τεχνικών μεθόδων, μπορούν να έχουν ένα παρόμοιο ρόλο, αλλά τα αποτελέσματά τους και η αξία χρήσης τους έχουν μια αρκετά πιο άμεση σημασία. Διαφορετικά από τις καλλιτεχνικές και ανανεωτικές ικανότητες, οι ειδικές γνώσεις και μέθοδοι μπορούν να μεταβιβαστούν ή να τυποποιηθούν ακόμη και ξεχωριστά από όποιον τις χρησιμοποιεί. Μπορούν να μεταγραφούν σε ψηφιακή μορφή και να αξιοποιηθούν ως πληροφορία για παραγωγικούς σκοπούς, χωρίς κάποια πρόσθετη ανθρώπινη συμβολή. Από αυτήν την άποψη, η γνώση είναι σταθερό κεφάλαιο, είναι μέσο παραγωγής. Αλλά σε σχέση με τα μέσα παραγωγής του παρελθόντος παρουσιάζει μια καθοριστική διαφορά: μπορεί να αναπαραχθεί, πρακτικά με μηδενικό κόστος, σε άπειρη ποσότητα. Οσο και αν κοστίζουν οι έρευνες για την παραγωγή της, η ψηφιοποιημένη γνώση τείνει να γίνει προσβάσιμη και αξιοποιήσιμη με μηδενικό κόστος. Αν πράγματι αναπαραχθεί και χρησιμοποιηθεί σε δισεκατομμύρια αντίγραφα, το κόστος για την παραγωγή της γίνεται πρακτικά ασήμαντο. Αυτό ισχύει για όλα τα προγράμματα του software, όπως ισχύει και για το περιεχόμενο γνώσης των φαρμάκων. Αν θέλουμε να λειτουργεί ως σταθερό κεφάλαιο και να επιτρέπει την άντληση υπεραξίας, η γνώση πρέπει να γίνει υποχρεωτικά μονοπωλιακά ιδιοκτησία, προστατευόμενη από ένα δίπλωμα ευρεσιτεχνίας που εξασφαλίζει στον κάτοχό του μια μονοπωλιακή απόδοση. Ο καθορισμός της χρηματιστηριακής τιμής του κεφαλαίου που αποτελείται από τη γνώση θα εξαρτηθεί από την προβλεπόμενη απόδοση. Σε αυτή τη βάση μπορεί να δημιουργηθούν γιγάντιες χρηματιστηριακές φούσκες, που κάποια μέρα θα εκραγούν αιφνιδιαστικά. Το χρηματιστηριακό κραχ, που ήταν προβλέψιμο ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του '90, δείχνει πόσο δύσκολο είναι να μετατρέψουμε τη γνώση σε χρηματιστικό κεφάλαιο και να το κάνουμε να λειτουργήσει ως γνωστικό κεφάλαιο».

- Είπατε ότι η οικονομία της γνώσης προεικονίζει την αναγκαιότητα μιας «άλλης οικονομίας», μιας άλλης κοινωνίας, της οποίας διαγράφεται ήδη στον ορίζοντα η πρακτική δυνατότητα.

«Ναι. Η γνώση δεν είναι ένα οποιοδήποτε εμπόρευμα και δεν είναι πρόσφορο να αντιμετωπίζεται σαν ιδιωτική περιουσία. Οι κάτοχοί της δεν την στερούνται όταν την μεταβιβάζουν και σε άλλους. Οσο περισσότερο διαδίδεται η γνώση, τόσο πιο πλούσια γίνεται η κοινωνία. Από την ίδια της τη φύση, η γνώση απαιτεί να την αντιμετωπίζουμε ως ένα κοινό αγαθό, να τη θεωρούμε α priori ως το αποτέλεσμα μιας κοινωνικής και συλλογικής εργασίας. Το να την ιδιωτικοποιούμε σημαίνει ότι περιορίζουμε τη δυνατότητα πρόσβασης σε αυτήν, την αξία της κοινωνικής της χρήσης. Στα τελευταία δέκα ή είκοσι χρόνια αυτό φαίνεται πιο καθαρά, καθώς σε όλο τον κόσμο έχει συγκροτηθεί ένα αντικαπιταλιστικό μέτωπο πάλης ενάντια στη βιομηχανία της γνώσης, για παράδειγμα τη χημική και φαρμακευτική βιομηχανία, αλλά και εκείνη του software και ιδιαίτερα τη Microsoft.

Στην πραγματικότητα ο γνωστικός καπιταλισμός δεν περιορίζεται στο να ιδιοποιείται τη γνώση, αλλά ιδιωτικοποιεί και αυτό που είναι αδιαμφισβήτητα κοινό αγαθό, όπως το γονίδιο φυτών και ζώων ή ακόμη και το ανθρώπινο γονίδιο. Και σφετερίζεται με μηδενικό κόστος την κοινή πολιτιστική κληρονομιά, για να τη χρησιμοποιήσει ως "πολιτιστικό κεφάλαιο" ή "ανθρώπινο κεφάλαιο". Με τον όρο "ανθρώπινο κεφάλαιο" περιγράφονται κυρίως οι ανθρώπινες ικανότητες και οι μορφές γνώσης που δεν μπορούν να τυποποιηθούν και που τα άτομα αναπτύσσουν μέρα με τη μέρα στις σχέσεις τους με τους συνανθρώπους τους. Ο "γνωστικός καπιταλισμός" αξιοποιεί και εκμεταλλεύεται επομένως όχι μόνον τις ώρες εργασίας, αλλά και το χρόνο που αφιερώνουν τα άτομα στη δική τους ανθρώπινη και πολιτιστική ανάπτυξη. Ολες οι ατομικές δραστηριότητες που αναπτύσσονται έξω από το χρόνο εργασίας και αποβλέπουν στην αυτοπραγμάτωση των ατόμων μπορούν επομένως να θεωρηθούν παραγωγικές δραστηριότητες. Αυτές οι δραστηριότητες έχουν γίνει μία από τις κύριες πηγές παραγωγικότητας και δημιουργίας αξίας. Σε μιαν αληθινή κοινωνία της γνώσης η οικονομία έπρεπε να τίθεται στην υπηρεσία της κουλτούρας και της αυτοπραγμάτωσης και όχι το αντίστροφο, όπως συμβαίνει σήμερα. Εξάλλου, αυτήν την έννοια τη βρίσκουμε ήδη στον Μαρξ, ο οποίος γράφει ότι ο αληθινός πλούτος είναι "η ανάπτυξη όλης της ανθρώπινη δημιουργικότητας, που δεν μετριέται με βάση μια προκαθορισμένη παράμετρο". Πάνω σε αυτό βασίζεται η διεκδίκηση ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος».

- Είπατε ότι και στο πρακτικό επίπεδο διαγράφεται μιαν άλλη οικονομία, πέρα από τον καπιταλισμό.

«Ναι, για παράδειγμα στα δίκτυα που χρησιμοποιούμε δωρεάν και στην κουλτούρα του software με ελεύθερη πρόσβαση στους κωδικούς και στις πηγές για τους χρήστες του Ιντερνετ. Εξάλλου, οι επιχειρήσεις εργάζονται ήδη σε μεγάλο βαθμό στο πλαίσιο δικτύων και συνεννοούνται μεταξύ τους όταν πρέπει να πάρουν μιαν απόφαση. Η αυτοοργάνωση, ο αυτοσυντονισμός και η ελεύθερη ανταλλαγή βρίσκονται σήμερα στη βάση της κοινωνικής παραγωγής. Και μπορούν να υλοποιούνται χωρίς να χρειάζεται ένας κεντρικός σχεδιασμός ούτε η μεσολάβηση της αγοράς. Οι παραγωγοί, που συνδέονται μεταξύ τους στο Διαδίκτυο, θα μπορούσαν να συμφωνούν εκ των προτέρων και με τρόπου που να αποβλέπει στην παραγωγή με βάση τις ανάγκες και θα μπορούσαν να αναπτύξουν την παραγωγική τους λειτουργία ως ένα σύνολο "a priori συλλογικών δραστηριοτήτων", ανταλλάσσοντας αγαθά και υπηρεσίες στα οποία δεν θα αποδίδεται ο χαρακτήρας των εμπορευμάτων. Το χρήμα θα γινόταν επομένως περιττό και από το κεφάλαιο θα αφαιρείτο έτσι η ίδια του η βάση. Δεν υποτιμώ, βέβαια, τα εμπόδια που θα συναντούσε μια παρόμοια εξέλιξη».

- Η κοινωνία της γνώσης που περιγράψατε θα ήταν μια κομμουνιστική κοινωνία...

«Ακριβώς».

- Κατηγορήσατε τους θιασώτες της τεχνητής νοημοσύνης και της τεχνητής ζωής ότι προετοιμάζουν όχι μια κοινωνία της γνώσης αλλά ένα μετα-ανθρώπινο πολιτισμό.

«Αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα πολύ σημαντικό ζήτημα. Για παράδειγμα, ο γερμανός φιλόσοφος Εριχ Χερλ έδειξε ότι στην πορεία των τελευταίων 150 ετών η επιστήμη απομακρύνθηκε όλο και περισσότερο από την πραγματικότητα που μπορούμε να συλλάβουμε διαμέσου των αισθήσεων. Στον πραγματικό κόσμο, μια σκέψη που γίνεται όλο και περισσότερο μαθηματική φωτίζει μόνο τις δομές που μπορούν να αποδοθούν με μαθηματικούς όρους. Για παράδειγμα, η μαθηματική γλώσσα των υπολογισμών που ψηφιοποιούνται συνέβαλε στο να αποξενώσει όχι μόνο την επιστήμη αλλά και τον καπιταλισμό από τα προβλήματα του νοήματος και από τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις, αποκλείοντας ως μη πραγματικό αυτό που δεν μπορεί να υπολογιστεί. Εξαιτίας αυτής της αποξένωσης, φθάσαμε σιγά σιγά σε μια περιβαλλοντική κατάσταση και σε έναν τύπο ζωής που, φυσικά και διανοητικά, δεν είναι πλέον στα μέτρα του ανθρώπου. Από αυτό οι κάτοχοι της εξουσίας συνάγουν την αναγκαιότητα να δημιουργήσουν πιο αποτελεσματικές ανθρώπινες υπάρξεις. Η τρέλα της οικονομικής και στρατιωτικής εξουσίας και η ψύχωση της αποτελεσματικότητας χρειάζονται την τεχνητή νοημοσύνη, χρειάζονται τεχνητές ανθρώπινες μηχανές. Θα μπορούμε να μιλάμε για μία κοινωνία της γνώσης μόνον όταν η επιστήμη και η οικονομία δεν θα υποτάσσονται πλέον στις επιταγές του κεφαλαίου, αλλά θα υπηρετούν πολιτικούς, κοινωνικούς, οικολογικούς και πολιτιστικούς στόχους.

Πηγή : ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 7 - 10/08/2003